Είναι συχνότερη στις γυναίκες με μια αναλογία 3:1. Στην πάθηση της ημικρανίας σημαντικό ρόλο στην παθογένεια φαίνεται να κατέχει η έκλυση κάποιων νευροδιαβιβαστών και η ανάπτυξη άσηπτης νευρογενούς φλεγμονής. Τέτοια νευροπεπτίδια που απελευθερώνονται είναι  η σεροτονίνη, το πεπτίδιο της καλσιτονίνης που σχετίζεται με συγκεκριμένο γονίδιο (calcitonin gene – related peptide CGRP) και η νευροκινίνη Α.

Υποστηρίζεται πως η ασύμμετρη έκλυση της σεροτονίνης και του CGRP στους αιθουσαίους πυρήνες του εγκεφαλικού στελέχους πιθανών να αποτελεί το μηχανισμό του ημικρανικού ιλίγγου. Ο ίλιγγος και η δυσανεξία κατά την κίνηση (motion intolerance) αποτελούν τα πιο κοινά αιθουσαία συμπτώματα και παρατηρούνται στο 25% των ασθενών με ημικρανία. Συγκεκριμένα ο ίλιγγος εμφανίζεται συνήθως με επεισοδιακό χαρακτήρα και χρονική διάρκεια που ποικίλει από λεπτά έως ώρες.

Όσον αφορά την δυσανεξία της κίνησης, αυτή τυπικά παρουσιάζει μια σταδιακή έναρξη και επιμένει για μέρες ως εβδομάδες, με την μεσολάβηση επεισοδίων ιλίγγου. Είναι κεφαλαιώδους σημασίας να επισημάνουμε πως η κεφαλαλγία και τα αιθουσαία συμπτώματα δεν εμφανίζονται ταυτόχρονα στην πλειονότητα των ασθενών αυτών.
Ένα λεπτομερές και προσεκτικό ιστορικό προηγούμενων κεφαλαλγιών με χαρακτηριστικά ημικρανίας, ύπαρξη προδιαθεσικών ημικρανικών παραγόντων που πυροδοτούν  τα αιθουσαία συμπτώματα, η φωτοφοβία και η φωνοφοβία, η αύρα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ζάλης, καθώς και το θετικό οικογενειακό ιστορικό κεφαλαλγιών είναι μεγάλης σπουδαιότητας για την εκτίμηση ασθενών με αίσθημα ζάλης.
Άλλωστε, η υποτροπιάζουσα αιθουσαία δυσλειτουργία και ο αιθουσαίος τύπος της νόσου Meniere μπορούν επίσης να αποτελούν διαφορετικούς τύπους ημικρανίας. Η κυμαινόμενη νευροαισθητήρια βαρηκοΐα χαμηλών συχνοτήτων που συσχετίζεται με την ημικρανία δεν είναι ασυνήθης και συναντάται σε ένα ποσοστό περίπου 10-38%.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε πως ο κοχλίας νευρώνεται με ίνες που περιέχουν calcitonin gene – related peptide (CGRP). Αυτό το γεγονός πιθανόν να εξηγεί την παθογένεια της ακουστικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με την ημικρανία, όπως την απώλεια ακοής και την φωνοφοβία.
Διαγνωστικά κριτήρια του ιλίγγου που σχετίζεται με την ημικρανία αποτελούν τα υποτροπιάζοντα επεισόδια από το αιθουσαίο σύστημα τουλάχιστον μέτριας βαρύτητας, πρόσφατο ή προηγούμενο ιστορικό ημικρανίας σύμφωνα με τα ΙΗS (International Headache Society) κριτήρια, καθώς και τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα ημικρανικά συμπτώματα κατά τη διάρκεια τουλάχιστον 2 επεισοδίων ιλίγγου (κεφαλαλγία τύπου ημικρανίας, φωτοφοβία, φωνοφοβία, οπτική ή άλλου είδους αύρα).

Το 2004 η Διεθνής Εταιρεία Κεφαλαλγίας έθεσε τα διαγνωστικά κριτήρια για την ημικρανία χωρίς αύρα, σύμφωνα με τα οποία απαιτούνται τουλάχιστον 5 επεισόδια κεφαλαλγίας διάρκειας περίπου 4 έως 72 ωρών με ναυτία ή φωτοφοβία. Επιπροσθέτως, η κεφαλαλγία πρέπει να έχει και δύο από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: μονόπλευρη εντόπιση, σφύζοντα χαρακτήρα, μέτρια ή μεγάλου βαθμού ένταση, επιδείνωση με τη συνήθη φυσική δραστηριότητα.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, η ημικρανία της βασικής αρτηρίας (basilar – type migraine dizziness) δύναται να περιλαμβάνει μια σειρά από συμπτώματα αύρας, που ενδέχεται να είναι η ελάττωση της ακοής ή αίσθημα  εμβοών, δυσαρθρία, απώλεια όρασης, διπλωπία ή διαταραχές της αισθητικής λειτουργίας.
Η υπαισθησία κατά τη θερμική δοκιμασία κυμαίνεται σύμφωνα με ορισμένες εργασίες μεταξύ 10-20%. Αυτόματος οριζόντιος νυσταγμός ανιχνεύτηκε στην ηλεκτρονυσταγμογραφία σε κάποιους ασθενείς.  Παθολογικά ευρήματα στις δοκιμασίες παρακολούθησης στόχου, στις σακκαδικές κινήσεις και στον οπτικοκινητικό νυσταγμό που παρατηρούνται σε κεντρικού τύπου παθήσεις είναι σπάνια σε ασθενείς με ίλιγγο που σχετίζεται με ημικρανία, ενώ αντιθέτως είναι συχνά σε ασθενείς με ημικρανία βασικού τύπου.

Παθολογικά ευρήματα στην ηλεκτροφυσιολογική εξέταση των αιθουσαίων προκλητών μυογενών δυναμικών (VEMP) παρατηρούνται σε μικρό αριθμό ασθενών και συνήθως περιλαμβάνουν απουσία του κύματος Ρ1-Ν1. Η προσεκτική διαχείριση της κεφαλαλγίας, η αποφυγή των προδιαθεσικών εκλυτικών παραγόντων, σε συνδυασμό με προφυλακτική αγωγή για τις ημικρανίες φαίνεται να αποτελεί  μια κατάλληλη προσέγγιση χειρισμού αυτής της παθολογίας.
Η φαρμακευτική αγωγή με αναστολείς των διαύλων ασβεστίου (π.χ. Verapamil) και αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (π.χ. Acetazolamide & Topiramate) μπορεί να αποβεί ιδιαίτερη χρήσιμη στην διαχείριση ασθενών με αιθουσαία ημικρανία και με ημικρανία της βασικής αρτηρίας (basilar – type migraine dizziness).
Σε ασθενείς με προεξέχον σύμπτωμα την δυσανεξία στη κίνηση ίσως επωφεληθούν με προφυλακτική αγωγή έναντι της ημικρανίας, την εφαρμογή αιθουσαίων ασκήσεων και με αγωγή με κατασταλτικά φάρμακα του ιλίγγου.

Your email address will not be published.