Αλλεργική αντίδραση του ρινικού βλεννογόνου που εκδηλώνεται με πρόσθια ή/και οπίσθια ρινική καταρροή, πταρμό, ρινική απόφραξη και κνησμό / φαγούρα. Οφείλεται σε IgE αντίδραση υπερευαισθησίας του ρινικού βλεννογόνου κατόπιν έκθεσης σε αλλεργιογόνα, συνήθως σε ατοπικούς ασθενείς. Συχνά παρατηρούνται και οφθαλμικά συμπτώματα, όπως επιφορά / δακρύρροια και οφθαλμικός κνησμός. Αποτελεί τη συχνότερη μορφή μη – λοιμώδους ρινίτιδας.

Διακρίνεται σε εποχική (συνήθως  σχετίζεται με γύρη και μύκητες) και αυτή που διαρκεί καθ΄όλο το έτος (οικιακά αλλεργιογόνα όπως το άκαρι της σκόνης, πιτυρίδα από τριχωτό ζώων και έντομα). Επίσης μπορεί να διακριθεί με βάση τη χρονική διάρκεια σε διαλείπουσα (λιγότερο από 4 ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερο από 4 εβδομάδες το έτος) και συνεχή και ανάλογα με τη βαρύτητα σε ήπια, μέτρια και σοβαρή.

Η διάγνωσή της στηρίζεται στο ιστορικό και στην κλινική εικόνα και διάφορες εξετάσεις υποβοηθούν ή επιβεβαιώνουν τη διάγνωση. Οι δερματικές δοκιμασίες χρησιμοποιούνται ευρέως προκειμένου να τεκμηριωθεί η ύπαρξη IgE αντίδρασης άμεσης υπερευαισθησίας. Υπάρχουν διάφορες δερματικές δοκιμασίες (εκδοράς, νυγμών, ενδοεπιδερμικές κα.) , αλλά οι δοκιμασίες νυγμών είναι οι πλέον διαδεδομένες καθώς χαρακτηρίζονται από υψηλή επαναληψιμότητα, ασφάλεια και διαγνωστική ικανότητα.

Όσον αφορά τις αιματολογικές εξετάσεις, οι συνολικοί τίτλοι IgE στον ορό του αίματος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με διάφορες εργαστηριακές τεχνικές, που συνολικά ονομάζονται RAST (ή και άλλες νεότερες τεχνιτκές όπως ImmunoCap). Ακόμα πιο χρήσιμες τεχνικές υπολογίζουν τους τίτλους IgE για συγκεκριμένα αντιγόνα και όχι τα συνολικά επίπεδα. Η αντιμετώπιση είναι πολυδιάστατη και περιλαμβάνει  την εκπαίδευση των ασθενών, την αποφυγή αλλεργιογόνων – περιορισμό έκθεσης, την φαρμακευτική αγωγή και την ανοσοθεραπεία.

Τα κορτικοστεροειδή φαίνεται να αποτελούν την αποτελεσματικότερη μορφή φαρμακευτικής αγωγής είτε σε συστηματική είτε σε τοπική μορφή. Τα αντιισταμινικά έχουν ιδιαίτερη ευεργετική επίδραση στον πταρμό, τον κνησμό και την ρινόρροια, αλλά μειωμένη αποτελεσματικότητα στη ρινική συμφόρηση. Αυτά δρουν δεσμεύοντας τους Η1 υποδοχείς της ισταμίνης στο ρινικό βλεννογόνο ή μεταβάλλοντας τη στερεοδομή των υποδοχέων απενεργοποιώντας τους.  Τα νεότερης γενιάς παρουσιάζουν μειωμένη διάβαση του αιματοεγκεφαλικού φραγμού με αποτέλεσμα μειωμένη καταστολή και υπνηλία.

Οι σταθεροποιητές μαστοκυττάρων (πχ. Cromoglinic acid) σταθεροποιούν τη μεμβράνη των μαστοκυττάρων με αποτέλεσμα μειωμένη έκκριση ισταμίνης και άλλων αλλεργικών μεσολαβητών. Είναι αποτελεσματικότερα όταν χρησιμοποιούνται πριν την έκθεση στα αλλεργιογόνα. Οι τροποποιητές λευκοτριενίων (πχ. Montelukast) χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως, ενώ τα τοπικά αντιχολινεργικά (πχ. Ipratropium Bromide) χρησιμοποιούνται για τη μείωση της ρινόρροιας μέσω του αποκλεισμού των παρασυμπαθητικών οδών. Η αγωγή με anti – IgE (πχ. Omalizumab) μειώνει σημαντικά τους τίτλους των κυκλοφορούντων IgE στον ορό του αίματος (υψηλό κόστος, υποδόρια έγχυση).

Τέλος, η ανοσοθεραπεία (και σε υπογλώσσια μορφή, πχ. Grazax) συνίσταται στην απευαισθητοποίηση έναντι συγκεκριμένου αλλεργιογόνου με την επί μακρόν χορήγηση σταδιακώς αυξημένων ποσοτήτων του. Η χειρουργική θεραπεία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να υποβοηθήσει την γενικότερη αντιμετώπιση κάτω από το πρίσμα άρσης κάποιας ανατομικής απόφραξης, όπως με τον ευθειασμό του έντονα σκολιωτικού ρινικού διαφράγματος ή συρρίκνωσης της μεγάλης υπερτροφίας των κάτω ρινικών κογχών, πάντα με συντηρητικό πνεύμα.

Your email address will not be published.