Το αυτί μπορεί να διαιρεθεί σε τρία μέρη: 1) το εξωτερικό αυτί περιλαμβάνει το πτερύγιο και το κανάλι του έξω ακουστικού πόρου, 2) το μέσο αυτί περιλαμβάνει την τυμπανική μεμβράνη και τα ακουστικά οστάρια (σφύρα, άκμονας, αναβολέας) 3) το έσω αυτί, το οποίο περιλαμβάνει τον κοχλία / πρόσθιο λαβύρινθο (όργανο της ακοής) και την αίθουσα με τους ημικύκλιους σωλήνες / οπίσθιος λαβύρινθος (όργανο της ισορροπίας).

Ηχητικά κύματα εισέρχονται στο κανάλι του αυτιού προκαλώντας μια δόνηση – ταλάντωση της τυμπανικής μεμβράνης και ακολούθως μετατόπιση των τριών μικροσκοπικών ακουστικών οσταρίων. Οι ηχητικές δονήσεις στα οστάρια κατόπιν μεταδίδονται στα υγρά του λαβυρίνθου (εσωτερικό αυτί), ο οποίος παράγει ένα νευρικό ερέθισμα που περνάει κατά μήκος του ακουστικού νεύρου στον εγκέφαλο.

Η απώλεια της ακοής μπορεί να χωριστεί σε δύο τύπους: την βαρηκοΐα αγωγιμότητας, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα μηχανικό πρόβλημα μετάδοσης του ήχου και την νευροαισθητήρια απώλεια ακοής, ένα πρόβλημα παραγωγής ή / και μετάδοσης των νευρικών ερεθισμάτων από το αυτί στον εγκέφαλο. Μικτή απώλεια ακοής αναφέρεται σε έναν συνδυασμό αυτών των δύο τύπων. Η προκαταρκτική κατάταξη της απώλειας ακοής ως αγωγιμότητας ή νευροαισθητήριος μπορεί να καθορίζεται από τον ιατρό χρησιμοποιώντας ένα διαπασών στο γραφείο. Ένα ακουόγραμμα (τεστ ακοής), είναι ο καλύτερος τρόπος για να καθορίσει το είδος και τον βαθμό της ακουστικής απώλειας. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών τύπων απώλειας της ακοής είναι σημαντική, διότι η αντιμετώπιση είναι διαφορετική.

Η απώλεια ακοής μπορεί να προκύψει από ασθένειες που επηρεάζουν το εξωτερικό ή/και το μέσο αυτί. Μερικές από τις πιο συχνές αιτίες περιλαμβάνουν:

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΑΥΤΙ

Βύσμα κυψέλης – κερί: Η ωτοσκόπηση αποκαλύπτει το πρόβλημα αυτό και η λύση συνήθως είναι απλή με απομάκρυνσή του με διάφορα μέσα, όπως αναρρόφηση ή πλύσεις. Το πρόβλημα είναι εξατομικευμένο και συνήθως επιδεινώνεται σε ασθενείς που αρέσκονται στην συχνή χρήση βατονέτας με ακατάλληλο τρόπο.

Εξωτερική ωτίτιδα: Αποτελεί μια λοίμωξη του πτερυγίου ή του καναλιού του έξω ακουστικού πόρου. Μπορεί να συνδέεται με την έκθεση σε νερό, ιδίως μετά από μικροτραυματισμό του εξωτερικού αυτιού και για αυτό συχνά αποκαλείται ως «αυτί του κολυμβητή». Αν και τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της εξωτερικής ωτίτιδας είναι ο πόνος και η ευαισθησία στην έλξη ή πίεση του πτερυγίου, βαρηκοΐα αγωγιμότητας μπορεί επίσης να προκύψει εάν υπάρχει σοβαρό οίδημα – πρήξιμο του καναλιού του έξω ακουστικού πόρου.

Ξένο σώμα στο κανάλι του αυτιού: Αυτό είναι επίσης εύκολο να εντοπιστεί και να απομακρυνθεί στο ιατρείο. Περιστασιακά, μια σύντομη αναισθησία είναι απαραίτητη για τη διαδικασία αυτή ιδιαίτερα σε παιδιά. Συνήθη ξένα σώματα αποτελούν τα σφαιρίδια από παιχνίδια ή  και τα φασόλια σε παιδιά και το βαμβάκι σε ενήλικες. Σπάνια, το ξένο αντικείμενο είναι ένα ζωντανό έντομο που μπορεί να προκαλέσει κνησμό, πόνο και θόρυβο.

Οστικές βλάβες του ακουστικού πόρου: Αυτές είναι συνήθως καλοήθεις όγκοι (οστεώματα – συνήθως μονήρη) ή άλλες βλάβες του οστέινου τμήματος του έξω ακουστικού πόρου (εξοστώσεις – συνήθως πολλές), με αποτέλεσμα την στένωση αρχικώς του καναλιού, η οποία μπορεί στη συνέχεια να οδηγήσει σε πλήρη απόφραξη. Οι οστικές βλάβες πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν αύξηση του μεγέθους τους. Σε σπάνιες περιπτώσεις, οι βλάβες αυτές απαιτούν χειρουργική αφαίρεση.

Ατρησία του έξω ακουστικού πόρου: Πλήρης απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου ονομάζεται ατρησία και υπάρχει από την γέννηση (συγγενής πάθηση). Μπορεί να συνυπάρχει και κάποιου βαθμού δυσμορφία του πτερυγίου. Είναι σπάνια πάθηση, δύναται να συνδέεται με άλλες συγγενείς ανωμαλίες και είναι πιο συχνά μόνο από τη μία πλευρά (μονόπλευρη). Η εν γένει διαχείριση της ατρησίας του αυτιού είναι πολύπλοκη. Χειρουργική θεραπεία μπορεί να επιλεγεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, είτε με την ανακατασκευή του καναλιού, είτε με την εμφύτευση συσκευής δόνησης των οστών του κρανίου για αποκατάσταση της ακουστικής απώλειας.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΩΤΟΣ

Μέση ωτίτιδα: Ο χώρος του μέσου ωτός είναι γεμάτος με υγρό αντί αέρα. Η μέση ωτίτιδα διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες: την οξεία μέση ωτίτιδα, την καταρροϊκή ή εκκριτική μέση ωτίτιδα ( άσηπτο υγρό του μέσου ωτός) και την χρόνια μέση ωτίτιδα. Οξεία μέση ωτίτιδα συμβαίνει συνήθως αιφνιδίως λόγω κάποιου λοιμώδους παράγοντα και συχνά προκαλεί ωταλγία ή/και πυρετό. Τις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται συντηρητικά με στενή παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή. Εκκριτική  μέση ωτίτιδα συχνά ακολουθεί μια οξεία μέση ωτίτιδα ή μπορεί να συμβεί από μόνη της λόγω δυσλειτουργίας της ευσταχιανής σάλπιγγας (το κανάλι που συνδέει το χώρο του μέσου ωτός με τη ρινική δίοδο). Αυτή χρήζει οπωσδήποτε στενής παρακολούθησης, ώστε να μην προκληθούν μόνιμες αλλοιώσεις του βλεννογόνου του μέσου ωτός και επιπτώσεις από την βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε περίπτωση παιδιών με πολύμηνη παρουσία υγρού στο μέσο αυτί και καθυστέρηση ή μη φυσιολογική ανάπτυξη του λόγου και σε ενήλικες με μονόπλευρη εντόπιση για τον αποκλεισμό νεοπλασίας του ρινοφάρυγγα. Η  χρόνια μέση ωτίτιδα σχετίζεται με μόνιμη βλάβη στο τύμπανο του αυτιού ή/και στα ακουστικά οστάρια και συχνά απαιτεί χειρουργική επέμβαση. Βασικές μορφές – είδη χρόνιας φλεγμονής αποτελούν η ατελεκτασία (ρούφηγμα) του τυμπανικού υμένα, η διάτρηση (τρύπα), οι τυμπανοσκληρυντικές αλλοιώσεις (εναποθέσεις ανθρακικού ασβεστίου) και η σοβαρότερη μορφή που είναι το χολοστεάτωμα.

Ατελεκτασία του τυμπανικού υμένα: Δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική αρνητική πίεση πίσω από το τύμπανο του αυτιού και ρούφηγμα του τυμπάνου. Το τύμπανο μπορεί να κολλήσει με τα ακουστικά οστάρια ή και το έσω τοίχωμα του μέσου αυτιού (ακρωτήριο) και να προκληθεί πρωτίστως βαρηκοΐα αγωγιμότητας και δευτερευόντως ζάλη – αστάθεια – εμβοές. Η πάθηση χρήζει στενής παρακολούθησης και η αντιμετώπιση μπορεί να είναι χειρουργική είτε με την τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού είτε με τυμπανοπλαστική.

Διάτρηση του τυμπάνου: Μια τρύπα στο τύμπανο του αυτιού που οφείλεται σε συχνές λοιμώξεις ή τραύμα μπορεί να οδηγήσει σε βαρηκοΐα αγωγιμότητας και συμπτώματα όπως η ζαλάδα, η αστάθεια, το βούλωμα του αυτιού και το βουητό. Η διάτρηση μπορεί να είναι μεγάλη ή μικρή, κεντρική ή περιφερική. Η τυμπανοπλαστική είναι η χειρουργική επέμβαση διόρθωσης του προβλήματος αυτού με ένα πολύ υψηλό ποσοστό επιτυχίας (πάνω από 90%).

Χολοστεάτωμα: Αυτό μπορεί να αναπτυχθεί όταν στο τύμπανο αναπτύσσεται ένας θύλακος εισολκής με παγίδευση δέρματος που σταδιακά μεγαλώνει με διαβρωτική τάση. Ειδικότερα το χολοστεάτωμα δεν είναι ένας όγκος, αλλά μια καλοήθης συλλογή του δέρματος που μπορεί να προκαλέσει όμως καταστροφή των μεσαίων δομών του αυτιού και, αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, πιο σοβαρά προβλήματα. Η θεραπευτική προσέγγιση είναι σχεδόν πάντα χειρουργική.

Βλάβη στα ακουστικά οστάρια: Αυτή μπορεί να προκύψει από τραύμα, λοίμωξη, χολοστεάτωμα ή εκτεταμένη ατελεκτασία που οδηγεί σε βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Επίσης, υπάρχει σπανιότερα και η συγγενής αγκύλωση ή διαμαρτία ενός ή περισσότερων ακουστικών οσταρίων. Η χειρουργική αποκατάσταση της ακουστικής αλύσου (οσταριοπλαστική) είναι η επέμβαση εκλογής.

Ωτοσκλήρυνση: Αυτή είναι συνήθως μια κληρονομική νόσος στην οποία το οστό του κροταφικού οστού αντικαθίσταται από παθολογικό ωτοσκληρυντικό οστό, γεγονός που συνεπάγεται αρκετές φορές την αγκύλωση της ακουστικής αλύσου. Στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων διαπιστώνεται αγκύλωση του τρίτου και μικρότερου οσταρίου, του αναβολέα.  Η βαρηκοΐα αγωγιμότητας που προκύπτει εξελίσσεται συνήθως με αργούς ρυθμούς στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Δύναται να διαπιστωθεί και νευροαισθητηριακού τύπου βαρηκοΐα (κοχλιακή ωτοσκλήρυνση) ή και μικτού τύπου.  Παρουσιάζεται στις γυναίκες συχνότερα από τους άνδρες και συχνά επιδεινώνεται στην εμμηνόπαυση ή μετά τις εγκυμοσύνες. Αυτή η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα ακουστικό βαρηκοΐας ή με χειρουργική επέμβαση που ονομάζεται αναβολοτομή ή αναβολεκτομή (ανάλογα με την ακολουθούμενη τεχνική).

Your email address will not be published.