Image module

Αδρά διακρίνεται στην συγγενή (υπάρχει κατά τη γέννηση) και την επίκτητη βαρηκοΐα. Οφείλεται σε νευροαισθητηριακό μηχανισμό διαταραχής παραγωγής ή και μετάδοσης του ακουστικού ερεθίσματος.

Α) Συγγενής βαρηκοία:

Οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες (μετάλλαξη γονιδίων, όπως χαρακτηριστικά του GIB2 που ελέγχει τις συνδέσεις της πρωτεΐνης κονεξίνης 26) ή περιβαλλοντολογικούς (πχ. διάφορες λοιμώξεις κατά την εμβρυϊκή ζωή όπως από τον κυτταρομεγαλοϊό CMV, την υπερχολερυθριναιμία που απαιτεί αφαιμαξομετάγγιση, την πνευμονική υπέρταση που απαιτεί μηχανικό αερισμό και τη χορήγηση ωτοτοξικών φαρμάκων).

Β) Πρεσβυακουσία:

Αποτελεί την προοδευτική, σχετικά συμμετρική νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, η οποία σχετίζεται με την αύξηση της ηλικίας. Με βάση παθολογοανατομικά ευρήματα, σε συνδυασμό όμως με ακοολογικά δεδομένα, διακρίνονται 4 κύριοι τύποι: η κοχλιακή, η νευρική, της αγγειώδους ταινίας και η μικτή. Αρχικό σύμπτωμα αποτελεί η δυσκολία στην παρακολούθηση συνομιλιών, ιδίως σε θορυβώδες περιβάλλον και μείωση της διακριτικής ικανότητας. Μερικές φορές οι εμβοές είναι το κύριο σύμπτωμα. Η πρεσβυακουσία δύναται να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση και κατάθλιψη. Η βασική αποκατάσταση των ασθενών γίνεται με χρήση ακουστικών βαρηκοΐας. Η αμφοτερόπλευρη χρήση προσδίδει ένα επιπρόσθετο ακουστικό κέρδος περίπου 10 dB, καλύτερη διακριτική ικανότητα και τρισδιάστατη αντίληψη της πηγής προέλευσης του ήχου.

Γ) Βαρηκοία από θόρυβο:

Είναι συνήθως μη αναστρέψιμη και μη επιδεινούμενη μετά τη διακοπή της έκθεσης σε θόρυβο. Συχνά συνυπάρχουν εμβοές, συνήθως υψίσυχνες, αρχικά διαλείπουσες και αργότερα συνεχείς.

Δ) Αιφνίδια απώλεια ακοής:

Ορίζεται ως 30 dB ή περισσότερο νευροαισθητήρια απώλεια της ακοής τουλάχιστον σε τρεις συνεχόμενες ακοομετρικές συχνότητες εντός 3 ημερών ή και σε λιγότερο χρόνο. Η απώλεια ακοής που επέρχεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 ημερών χαρακτηρίζεται ως «ταχέως εξελισσόμενη». Συνήθως δεν ανευρίσκεται συγκεκριμένο αίτιο (ιδιοπαθής). Πιθανώς είναι ιογενούς αιτιολογίας και συχνά παρατηρείται σε μικροεπιδημίες. Μπορεί να συνυπάρχει ανοσολογικός ή αγγειακός παράγοντας. Μια θεωρία υποστηρίζει διαταραχή της ομοιοστασίας των ηλεκτρολυτών του κοχλία λόγω δυσλειτουργίας της αγγειώδους ταινίας του κοχλία. Ακόμα και ασθενείς με ακουστικό νευρίνωμα μπορεί να παρουσιάσουν αιφνίδια απώλεια ακοής. Γενικώς η απουσία ιλίγγου, η μικρή σχετικά ηλικία και η μικρή προς μετρίου βαρηκοΐα χαμηλών συχνοτήτων αποτελούν ευνοϊκούς παράγοντες για τη μερική ή και την πλήρη αποκατάσταση της ακοής. Η μαγνητική τομογραφία λιθοειδών με παραμαγνητική ουσία είναι απαραίτητη για αποκλεισμό εξεργασίας του έσω ακουστικού πόρου η της γεφυροπαρεγκεφαλιδικής γωνίας ή ακόμα και απομυελινωτικών εστιών στο πλαίσιο διερεύνησης της κατά πλάκας σκλήρυνσης. Τα στεροειδή αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπευτικής προσέγγισης, χορηγούμενα κατά προτίμηση τις πρώτες μέρες από το επεισόδιο. Η χορήγηση μπορεί να γίνει ενδοφλαβίως, από το στόμα, με ενδοτυμπανική έγχυση ή συνδυασμό αυτών. Η υπερβαρική οξυγονοθεραπεία αποτελεί εναλλακτική λύση σε αποτυχία των παραπάνω.

Your email address will not be published.