Αποτελεί μια οστική δυσκρασία που περιορίζεται μόνον στο κροταφικό οστό. Στην πραγματικότητα διαπιστώνεται αντικατάσταση του φυσιολογικού οστού από παθολογικό, αποδιοργανωμένο, συμπαγές ωτοσπογγιωτικό οστό, με αποτέλεσμα την δυσκινησία και τελικώς αγκύλωση ενός ή περισσοτέρων οσταρίων. Κλινικά συνήθως προσβάλλεται η βάση του τρίτου μικρότερου ακουστικού οσταρίου, του αναβολέα. Εκδηλώνεται συνήθως με ασύμμετρη αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα αγωγιμότητας μεταξύ του 30ου και 50ου έτους. Πολλές φορές διαπιστώνεται η ύπαρξη γενετικής προδιάθεσης. Άλλα κύρια συμπτώματα αποτελούν οι εμβοές, το αίσθημα ωτικής πληρότητας και η άτυπη ζάλη. Κάποιες φορές πιθανόν λόγω παρουσίας πρωτεολυτικών ενζύμων στο έσω αυτί δύναται να προσβληθεί ο νευροαισθητηριακός μηχανισμός, με αποτέλεσμα ανάλογη βαρηκοΐα (κοχλιακή ωτοσκλήρυνση).

Η βαρηκοΐα αγωγιμότητας σε ασθενείς με ωτοσκλήρυνση της βάσης του αναβολέα δύναται να αντιμετωπισθεί είτε χειρουργικά (αναβολοτομή), είτε συντηρητικά με τη χρήση ακουστικών βαρηκοΐας. Για την κοχλιακή ωτοσκλήρυνση, αυτόνομη ή σε συνδυασμό με αγκύλωση της βάσης του αναβολέα, έχει προταθεί φαρμακευτική αγωγή με φθοριούχο νάτριο.

Your email address will not be published.